Εισήγηση Ταξικού Μετώπου στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην ΑΣΟΕΕ στις 26/4/2013

Posted: Αύγουστος 29, 2013 in Ανακοινώσεις Ταξικού Μετώπου

Αρκετά καθυστερημένα, 4 μήνες μετά, δημοσιεύουμε την εισήγηση μας από την Εκδήλωση – Συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στην ΑΣΟΕΕ  στις 26 Απρίλη με θέμα : Εργατικοί αγώνες και κοινωνικοί χώροι αντίστασης σε κατάσταση παρανομίας; Πώς οργανώνουμε και συνδέουμε σήμερα τους αγώνες μας ενάντια στην εργοδοτική και κρατική τρομοκρατία.

 

«Ξεκινώντας θα θέλαμε να περιγράψουμε λίγο τη δομή και τους στόχους της τοποθέτησής μας. Καταρχάς και με βάση το πλαίσιο που έχει μπει τόσο από την πρώτη εκδήλωση στην κατάληψη Λέλας Καραγιάννη, όσο και από τις συζητήσεις που έγιναν μετέπειτα από τα σχήματα που καλούν τελικά σήμερα, μιλάμε για το πώς αντιλαμβανόμαστε εμείς τη σύνδεση των εργατικών αγώνων με τους κοινωνικούς χώρους αγώνα τόσο στον αγώνα όσο και στην καταστολή που δεχόμαστε. Στη συνέχεια επιλέξαμε να κάνουμε μια γενική, ίσως και λίγο θεωρητική περιγραφή της κατάστασης. Την κρίση δηλαδή του καπιταλισμού, τους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες που πραγματοποιούνται σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας, τη συνολικοποίηση της καταστολής και γενικότερα το πώς εκφράζεται η κίνηση του καθεστώτος προς τον ολοκληρωτισμό. Στο δεύτερο κομμάτι της τοποθέτησης αναφερόμαστε στο γιατί, σύμφωνα με εμάς πάντα, ο θεσμικός/γραφειοκρατικός συνδικαλισμός χάνει όλο και περισσότερο το διαμεσολαβητικό του ρόλο. Σε αυτό το σημείο γίνεται και μια αναφορά στα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει και ο  μαχητικός συνδικαλισμός, οι οργανώσεις των εργατών από τη βάση, στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν τη συνολική επίθεση που δεχόμαστε, καθώς επίσης το γεγονός πως ο συνδικαλισμός συνολικά τίθεται εκτός νόμου. Τελειώνοντας προσπαθούμε να περιγράψουμε τις δομές και τις δράσεις που είτε έχουν κάνει ήδη την εμφάνισή τους είτε κρίνουμε πως θα έπρεπε να δοκιμάσουμε, καθώς και μερικές προτάσεις και προβληματισμούς σχετικά με τα αιτήματα που θέτουμε.

Όσον αφορά τη σύνδεση των εργατικών αγώνων και των κοινωνικών χώρων αγώνα καλυπτόμαστε σε μεγάλο βαθμό από την αναφορά που γίνεται στο πλαίσιο του καλέσματος, οπότε δεν έχουμε να πούμε και πολλά. Αυτό που θεωρούμε σημαντικό είναι να γίνει ξεκάθαρο, όχι μόνο μεταξύ μας, αλλά ευρύτερα πως αποτελούμε διαφορετικά μεν, πολύ κοντινά δε κομμάτια του κόσμου του αγώνα. Δεν είναι οι προσωπικές σχέσεις και οι κοινοί ρόλοι (εργαζόμενος, καταληψίας, φοιτητης κλπ) που μπορεί να υπάρχουν μεταξύ ατόμων, αλλά η συνύπαρξη των συλλογικοτήτων στο δρόμο και γενικότερα στους αγώνες που δημιουργεί το κοινό πεδίο. Σε ένα καθεστώς που κινείται όλο και πιο γρήγορα προς τον ολοκληρωτισμό, είναι λογικό η καταστολή που αντιμετωπίζει κάθε κομμάτι των αγωνιζόμενων να μας αφορά όλους. Επίσης ένα σημείο που κρίνουμε κομβικό είναι πως τα τμήματα που χτυπιούνται εκτός από τη συμμετοχή τους στους αγώνες έχουν ως χαρακτηριστικό τους ότι αποτελούν οργανωμένες δυνάμεις και συνεπώς επικίνδυνα να δώσουν μια προοπτική συνολικής ανατροπής του καπιταλισμού στις εξεγέρσεις που έρχονται. Δεν είναι τυχαίο πως ένας από τους πρώτους στόχους των κατασταλτικών σχεδιασμών είναι η αποδιοργάνωση των αντιδομών που έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε.

Η κατάσταση που αντιμετωπίζουμε (εκκένωση καταλήψεων, φίμωση μέσων αντιπληροφόρησης, συλλήψεις συνδικαλιστών, διαδηλωτών, κατάργηση του ασύλου και εισβολές της αστυνομίας σε σχολές κλπ) είναι αποτέλεσμα της κρίσης του καπιταλισμού τα τελευταία χρόνια αλλά και μια συνέχεια της διαρκούς επίθεσης απέναντι στους εκμεταλλευόμενους. Σαν απάντηση όμως και επειδή δεν θεωρούμε πως τίποτα δεν γίνεται και όλα πάνε στραβά, διαπιστώνουμε πως πραγματοποιούνται διαρκώς πολύμορφοι κοινωνικοί αγώνες ενάντια σε δομές καθυπόταξης του ατόμου καθώς και ταξικοί αγώνες ενάντια στην όξυνση της εκμετάλλευσης του εργάτη. Πολύμορφες εστίες αντίστασης και χειραφέτησης κάνουν την εμφάνισή τους σε εργατικό και κοινωνικό επίπεδο. Με όχημα την κρίση, το κεφάλαιο εντατικοποιεί την εκμετάλλευση και την επεκτείνει σε όλο και μεγαλύτερο εύρος της κοινωνίας. Διαρρηγνύεται με αυτόν τον τρόπο το κοινωνικό συμβόλαιο που θεμελίωσε το μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας. Το σύστημα αναιρεί τις όποιες υποχωρήσεις είχε κάνει, υπό το βάρος κοινωνικών και ταξικών αγώνων, προκειμένου να επιτύχει την απαιτούμενη συναίνεση. Υιοθετεί όλο και πιο αυταρχικές μεθόδους και λειτουργεί σε ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Η πολιτική πρακτική του νεοφιλελευθερισμού δεν στοχεύει μονάχα στην παραγωγή πειθαρχημένων σωμάτων αλλά στοχεύει στην περιθωριοποίηση έως την εξόντωση όσων δεν καταφέρνουν να αναλάβουν ένα ρόλο, είτε ως εργαλείο μιας ριζικά εντατικοποιημένης παραγωγής είτε ως καταναλωτής. Η αύξηση του ποσοστού κέρδους με κάθε τρόπο και η κυνική διαχείριση του πληθυσμού με τη νομιμοποίηση της ανεπίστρεπτης περιθωριοποίησης ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού και της έκπτωσης του σε ανθρώπινα απορρίμματα, καθώς επίσης και η νομιμοποίηση και ισχυροποίηση του αστυνομικού κράτους μιας ανελαστικής και άτεγκτης βιοεξουσίας που πειθαρχεί τα σώματα σε εργασία και κατανάλωση, αποτελούν ίσως τα κυριότερα στοιχεία αυτής της κρίσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Στα καθ’ ημάς η επικοινωνιακή διαχείριση από τη μεριά κράτους και αφεντικών της επίθεσης στην εργασία και την κοινωνία βρίσκεται στα όρια του χυδαίου, κάθε εργατική διεκδίκηση βαφτίζεται συντεχνιακή, ενώ προσδίδεται μια ηθικολογική διάσταση στην προσπάθεια νομιμοποίησης της καταστροφής του κράτους πρόνοιας, οι ασθενέστεροι είναι αδύναμοι, τεμπέληδες, τους αξίζει η τιμωρία, οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι λαμόγια που εκβίαζαν το πολιτικό σύστημα να τους διορίσει, ενώ τους αξίζει η απόλυση και η αντικατάσταση με «τίμια» παιδιά που είναι στην ανεργία και θα δούλευαν με τα μισά λεφτά κλπ ανάλογα “επιχειρήματα”. Η πολιτική εξουσία αποτελεί γνήσιο εκφραστή ενός νέοσυντηρητικού λαϊκίστικου πνεύματος όπου έχει σαν βασική αρχή την διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και τάξης μέσω της αυταρχικής εξουσίας. Παράλληλα δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην εφαρμογή του νόμου, στην τήρηση των ηθικών επιταγών και στην εθνική ταυτότητα. Η αλληλεγγύη, η αξιοπρέπεια και η αντίσταση στον επιβαλλόμενο εκφασισμός στοχοποιούνται ως υπεύθυνες για την ηθική κατάπτωση και την άνοδο της εγκληματικότητας. Ο αυταρχισμός και η ενίσχυση των εξουσιαστικών σχέσεων προωθείται σε ολόκληρη την κοινωνία ξεκινώντας από τον πυρήνα αυτών των σχέσεων, την οικογένεια. Αντίστοιχα με τον κοινωνικό αυταρχισμό ενισχύεται και ο κρατικός αυταρχισμός μέσω της αστυνομοκρατίας και των εξοντωτικών ποινών. Χαρακτηριστική είναι η κουβέντα για την επαναφορά της θανατικής ποινής. Τέλος η έννοια της εθνικής ταυτότητας είναι ο έσχατος παράγοντας κοινωνικής συνοχής καθώς διαμορφώνει μια πολιτισμική ταυτότητα.  Ανάχωμα στην επιβολή της εθνικής ενότητας αποτελούν όλοι όσοι δεν εντάσσονται, όλοι όσοι αγωνίζονται ενάντια στο ιδεολόγημα της εθνικής συνοχής αφεντικών και δούλων, ντόπιοι και μετανάστες. Δεν είναι τυχαίο γεγονός οι συνεχείς ρατσιστικές επιθέσεις, η διαρκής στήριξη στα νεοναζιστικά τάγματα εφόδου και η προσπάθεια κοινωνικής νομιμοποίησής τους. Δεν είναι τυχαίο πως όποιος αντιστέκεται, κάνοντας απεργία, συμμετέχοντας σε καταλήψεις, διαδηλώσεις και συγκρούσεις με τις στρατικοποιημένες πλέον μονάδες καταστολής διώκεται ως εσωτερικός εχθρός. Πιο πρόσφατο παράδειγμα αποτελούν  τα ιδιαίτερα αντανακλαστικά του κράτους όσον αφορά την “βεβήλωση του εθνικού μας συμβόλου” βλ. δράση αλληλεγγύης προς τις δύο φιμωμένες κινηματικές δομές αντιπληροφόρησης (Athens Indymedia και Ραδιοζώνες Ανατρεπτικής Έκφρασης) στο κτίριο της Πρυτανείας του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ).

Σε γενικές γραμμές λοιπόν κύριοι πυλώνες αυτής της πολιτικής είναι η κατάργηση του κράτους πρόνοιας και η αντικατάσταση του από ένα αστυνομικό κράτος το οποίο εγγυάται την αδιατάρρακτη λειτουργία της αγοράς, η προτεραιότητα στην ιδιωτική πρωτοβουλία και η πριμοδότηση από το κράτος (έχουμε μια ανάποδη αναδιανομή όπου οι κρατικοί πόροι ενισχύουν το κεφάλαιο), η πλήρης και άνευ όρων ικανοποίηση των αφεντικών και η κατάργηση των όποιων κεκτημένων είχαμε κερδίσει. Η έννοια της ελευθερίας περιορίζεται μονάχα σε ένα πολύ ειδικό οικονομικό επίπεδο, σαν ελευθερία κίνησης κεφαλαίων, σαν ασυδοσία των ισχυρών ενώ παράλληλα σε κοινωνικό επίπεδο υπερισχύουν όλο και πιο συντηρητικές απόψεις. Προφανώς δεν είναι τυχαίο ότι οι νεοφιλελεύθερες θεωρίες της σχολής του Σικάγο είχαν εφαρμοστεί μονάχα σε δικτατορικά καθεστώτα βλ. Πινοτσέτ μέχρι να τα εφαρμόσει η Θάτσερ.

Στο δεύτερο κομμάτι της εισήγησης επιχειρούμε να εστιάσουμε στο γιατί ο συνδικαλισμός βρίσκεται σε αδιέξοδο και να διερευνήσουμε τρόπους για το πως μπορούμε να το ξεπεράσουμε. Προφανώς αυτή η απόπειρα είναι αρκετά πρωτόλεια και στόχος μας είναι να συμβάλουμε σε μια συζήτηση που έχει ξεκινήσει τα τελευταία χρόνια.  Το ερώτημα που γεννιέται είναι κατά πόσο οι παραδοσιακές μορφές οργάνωσης και δράσης μπορούν να αποτελέσουν ανάχωμα στην επελαύνουσα εξαθλίωση ή έχουν αγγίξει τα όριά τους. Κρίνοντας από τη γενικότερη απογοήτευση και απαισιοδοξία στους χώρους εργασίας, η απάντηση μάλλον έχει δοθεί. Η αδυναμία να αποκτήσουν πνοή οι ταξικοί αγώνες είναι εμφανής.

Η επικρατούσα μορφή συνδικαλισμού, αυτό που θα ονομάζαμε ρεφορμιστικό/γραφειοκρατικό με πιο έντονο στοιχείο το διαμεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα αφεντικά, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με αξεπέραστα αδιέξοδα. Ο μισθός παύει να έχει τον κεντρικό ρόλο του παρελθόντος στις “διαπραγματεύσεις” ανάμεσα στους καπιταλιστές και στους εργαζόμενους. Από τη στιγμή που ο μισθός δεν αποτελεί ζήτημα προς διαπραγμάτευση, το σύνολο των διεκδικήσεων βρίσκονται όλο και πιο συχνά σε αδιέξοδο. Τα σωματεία χάνουν το ρόλο του διαμεσολαβητή και δεν έχουν περιθώρια “επιτυχίας”. Έχουμε φτάσει στο σημείο να φαντάζει απίθανο να κερδηθεί μια μισθολογική διεκδίκηση. Κράτος και κεφάλαιο δεν έχουν ανάγκη να συνδιαλέγονται με τα σωματεία. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, η κατάργηση των αποζημιώσεων, η διαρκής μείωση των μισθών, η απελευθέρωση των απολύσεων κτλ. Κρίνουν πως δεν χρειάζονται τη συνδιαλλαγή με τα συνδικάτα προκειμένου να επιτύχουν εργασιακή “ειρήνη”, γιατί δεν θέλουν ειρήνη. Θέλουν την πλήρη υποταγή μας και επομένως δεν θα κάνουν καμία διαπραγμάτευση, με αποτέλεσμα να γίνεται εξαιρετικά δύσκολη η ικανοποίηση των αιτημάτων που εγείρουν οι εργαζόμενοι. Καθώς ο πυρήνας της μισθωτής σχέσης τίθεται εκτός διαπραγμάτευσης, τα σωματεία προσπαθούν απεγνωσμένα να διατηρήσουν ένα πεδίο συνδιαλλαγής με κράτος και αφεντικά. Φτάνουν στο σημείο να διαπραγματεύονται πόσο θα μειωθούν οι μισθοί μας ή πόσοι εργαζόμενοι θα απολυθούν καθώς και διάφορα άλλα δευτερευούσης σημασίας θέματα.  Αυτή η κατάσταση μας είναι ιδιαίτερα οικεία καθώς τα σωματεία στο Μετρό αλλά και γενικότερα στο χώρο των συγκοινωνιών αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα ενός γραφειοκρατικού και σε ορισμένες περιπτώσεις και εργοδοτικού συνδικαλισμού. Με την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου και την ουσιαστική κατάργηση της Συλλογικής Σύμβασης τα σωματεία μετατρέπονται με γοργούς ρυθμούς σε εξωραϊστικούς συλλόγους.

Ενώ λοιπόν η εκμετάλλευση και η καταπίεση στους χώρους εργασίας οξύνεται διαρκώς, η αναποτελεσματικότητα των σωματείων να υπερασπιστούν τους εργαζόμενους έχει ως συνέπεια πολλοί εργαζόμενοι να απομακρύνονται από τα σωματεία. Αφού δεν βλέπουν περιθώρια υπεράσπισης ή βελτίωσης των συνθηκών εργασίας μέσα από τα συνδικάτα, τμήματα της εργατικής τάξης επιλέγουν την πλήρη ιδιώτευση, αφήνοντας τους εαυτούς τους έρμαια στις ορέξεις των αφεντικών. Η καλλιεργημένη, εδώ και πολλά χρόνια, λογική πως η υπεράσπιση συμφερόντων και κατακτήσεων αφορά μονάχα όσους εργάζονται στον ίδιο κλάδο, στην ίδια εταιρία, έχουν την ίδια ειδικότητα, ανήκουν στο ίδιο σωματείο κλπ, απομόνωσε τους αγώνες. Από τη στιγμή που οι διεκδικήσεις των εργαζομένων δεν τοποθετούνται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ταξικής πάλης δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την αδιαλλαξία των αφεντικών, με αποτέλεσμα να ενισχύεται η ηττοπάθεια.. Μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης αποφεύγουν να οργανωθούν στους χώρους δουλειάς και να συγκρουστούν με τα αφεντικά (μικρά και μεγάλα) όχι μόνο για τις επιπτώσεις που υπάρχουν, αλλά και γιατί τη θεωρούν άσκοπη. Σε μια λογική »ωχαδερφισμού» και παραίτησης, η έννοια του συνδικάτου έχει ταυτιστεί με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και τους εργατοπατέρες. Η επικράτηση όλων αυτών των αντιλήψεων καθιστά ακόμα πιο δύσκολο να συγκροτηθούν νέες δομές οργάνωσης και να ξεπεραστούν τα ρεφορμιστικά συνδικάτα.

Διαπιστώνουμε λοιπόν αφενός πως ο καθεστωτικός συνδικαλισμός βρίσκεται σε μια διαρκή απαξίωση αλλά και αφετέρου πως τα αδιέξοδα του συνδικαλισμού είναι συνολικά και έχουν τις ρίζες τους στη συνολική αναδιάρθρωση των σχέσεων εκμετάλλευσης. Επομένως δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ανέγγιχτο και το μαχητικό συνδικαλισμό. Τα σωματεία και τις συλλογικότητες των εργαζομένων που είναι οργανωμένες από τη βάση και επιχειρούν πραγματικά να υπερασπιστούν το σύνολο της εργατικής τάξης.

Αυτό που χρειάζεται είναι μια συνολική ανασυγκρότηση του συνδικαλισμού. Εκτός από τις δομές, θα πρέπει να αλλάξουμε τόσο τις μεθόδους δράσεις όσο και τα αιτήματα τα οποία αναδεικνύουμε. Ξεκινώντας από τις δράσεις που χρησιμοποιούνται συνήθως, θεωρούμε πως αποτελεί πρόβλημα η επιμονή σε παραδοσιακές πρακτικές. Η επικέντρωση στις “νόμιμες” διαδικασίες, η διατάραξη της εργασιακής ειρήνης σε συμβολικό επίπεδο, η επιμονή σε κινήσεις πληροφόρησης του κόσμου και η χρησιμοποίηση της απεργίας με παθητικό τρόπο είναι μέθοδοι αγώνα μιας περασμένης εποχής. Ο τρόπος με τον οποίο διεξάγονται οι περισσότερες εξ αυτών, με τους εργαζόμενους να κάθονται απλώς στα σπίτια τους και να εξαντλούν τη ριζοσπαστικότητά τους σε μερικές συγκεντρώσεις έξω από τους χώρους δουλειάς, δίνουν τη δυνατότητα στα αφεντικά να περιορίσουν την όποια οικονομική ζημιά τους δημιουργείται, να στήσουν απεργοσπαστικούς μηχανισμούς και να επιδοθούν σε ένα πόλεμο “χαμηλής” έντασης όπου οι απεργοί αδυνατούν να ακολουθήσουν, τόσο οικονομικά όσο και ψυχολογικά. Τα περιθώρια της “νόμιμης” δράσης συρρικνώνονται διαρκώς και η πίεση που ασκούν κινήσεις όπως οι συγκεντρώσεις έξω από εργοστάσια και μαγαζιά δημιουργούν όλο και μικρότερη ζημιά στα αφεντικά.

Γίνεται εύκολα αντιληπτό πως τα περιθώρια της “νόμιμης” δράσης τείνουν πλέον να εξαλειφθούν και πως η συνδικαλιστική δράση τίθεται σε καθεστώς παρανομίας αφενός γιατί τα θεσμικά όργανα που λειτουργούσαν ως διαιτητές (ΟΜΕΔ, επιθεώρηση εργασίας κλπ) καταργούνται ή υπολειτουργούν και αφετέρου οι κάθε είδους εργατικές κινητοποιήσεις αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη αυταρχικότητα. Τα παραδείγματα είναι πολλά και γνωστά. Από τη Χαλυβουργία μέχρι το ΜΕΤΡΟ και από τους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ στο υπουργείο εργασίας μέχρι τους  εργάτες γης στη Μανωλάδα αποδεικνύεται πως κράτος, αφεντικά και τα τσιράκια τους δεν πρόκειται να επιδείξουν καμία ανοχή στην προσπάθειά μας να αντιδράσουμε στην εξαθλίωση που μας επιβάλλουν. Προφανώς η όξυνση της καταστολής εντάσσεται στη συνολικότερη πορεία του καθεστώτος προς τον ολοκληρωτισμό. Οι επιθέσεις σε απεργίες, σε συγκεντρώσεις και γενικότερα σε παρεμβάσεις σωματείων και εργατικών συλλογικοτήτων τείνουν να καταστούν μόνιμη κατάσταση. Οι συλλήψεις συνδικαλιστών, απεργών και καταληψιών αυξάνονται μέρα με τη μέρα.

Προσπαθώντας να απαντήσουμε στη βία που μας ασκούν τα αφεντικά, δεν μπορούμε παρά να είμαστε βίαιοι. Μέσα ή έξω από τα σωματεία, οργανωμένα ή αυθόρμητα, πάντα όμως οργισμένα θα πρέπει να μεταφέρουμε τον φόβο και την ανασφάλεια που βιώνουμε καθημερινά στο αντίπαλο στρατόπεδο. Όπως εμείς φοβόμαστε αν θα έχουμε να φάμε και πώς θα αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης απόλυσης, έτσι και τα αφεντικά θα πρέπει να νιώσουν πως για κάθε εργαζόμενο που απολύουν, για κάθε μισθό που μας κλέβουν θα υφίστανται τις συνέπειες. Μια πρακτική που έχει χρησιμοποιηθεί στο εξωτερικό και μπορεί να δώσει δυναμική στους αγώνες είναι η κατάληψη εργασιακών χώρων. Το ζήτημα όμως είναι να ξεπεράσουμε το συμβολικό επίπεδο που έχουν μέχρι τώρα ανάλογες κινήσεις εδώ. Με αυτό τον τρόπο όχι μόνο μπλοκάρουμε την παραγωγή αλλά οικειοποιούμαστε το χώρο και από χώρο εκμετάλλευσης μπορούμε να τον μετατρέψουμε σε κέντρο αγώνα, σε σύνδεση με τον κόσμο της γειτονιάς.

Κάνοντας μια αναδρομή σε ιστορικά παραδείγματα με μοντέλα οργάνωσης που έδιναν ιδιαίτερη δυναμική, μπορούμε να αναζητήσουμε ιδέες για το σήμερα. Τα εργατικά συμβούλια στη Ρωσία το 1905,ως πρόδρομοι των Σοβιέτ, οι κολεκτίβες, εργατικές και αγροτικές στην Ισπανία του ’30, τα εργοστασιακά συμβούλια στην Ιταλία τη δεκαετία του ’60 και του ’70, είναι ορισμένες μόνο από τις επιλογές που έκαναν οι εκμεταλλευόμενοι για να οργανωθούν με μια επαναστατική προοπτική. Το γεγονός πως τέτοιου είδους μοντέλα διατρέχουν τον 20ο αιώνα αποδεικνύουν τη διαχρονικότητά τους. Προφανώς και δεν βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν. Δεν βρεθήκαμε εδώ ξαφνικά για να τα ανακαλύψουμε όλα από την αρχή. Νέα εγχειρήματα δημιουργούνται διαρκώς, παλαιότερα αποκτούν αποδοχή και ριζώματα στους χώρους εργασίας.

Ένα από αυτά τα παραδείγματα είναι τα Σωματεία Βάσης. Σωματεία που δημιουργήθηκαν εξαρχής ως απάντηση στην κυριαρχία των εργατοπατέρων, αμφισβήτησαν έμπρακτα τη λογική της ανάθεσης και επιχειρούν διαρκώς να ξανακάνουν τον συνδικαλισμό υπόθεση όλων των εργαζομένων. Συνελεύσεις δημιουργούνται σε χώρους όπου οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μέχρι πρότινος έπνιγαν κάθε απόπειρα αμφισβήτησης και νέες εργατικές συλλογικότητες κάνουν την εμφάνισή τους, ενισχύοντας τη ριζοσπαστικότητα και τη συνειδητοποίηση των εργαζομένων. Επίσης μια επιλογή που εμφανίζεται τελευταία είναι η οικειοποίηση των μέσων παραγωγής και η λειτουργία εργοστασίων σε καθεστώς εργατικής αυτοδιαχείρισης. Μια επιλογή που μπορεί να λειτουργήσει προωθητικά στον αγώνα για την κοινωνική επανάσταση. Τα παραδείγματα από την Αργεντινή του 2001 μπορεί να έχουν χάσει την αίγλη τους, η περίπτωση όμως της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής στη Θεσσαλονίκη φέρνει στο προσκήνιο και στην Ελλάδα την προοπτική να πάρουν οι εργαζόμενοι τα μέσα παραγωγής στα χέρια τους. Χωρίς να σημαίνει πως τέτοια εγχειρήματα δεν έχουν τους δικούς τους περιορισμούς και κινδύνους, είναι σημαντικό να κάνουμε τα βήματα που θα μας δώσουν λύσεις σε άμεσα βιοποριστικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, αλλά ταυτόχρονα θα μας δώσουν την αυτοπεποίθηση πως μπορούμε και χωρίς τα αφεντικά.  Η παραπάνω περιγραφή τόσο της συνολικής κατάστασης όσο και ειδικότερα όσον αφορά την οργάνωση στους χώρους δουλειάς και τις μεθόδους δράσεις, κάνει ξεκάθαρο πως  μόνο μέσα από μια συνολική αμφισβήτηση του συστήματος εκμετάλευσης και καταπίεσης μπορούμε να αποκτήσουμε δυναμική και να δώσουμε προοπτική νίκης στους αγώνες μας. Εκτός από τη ριζοσπαστικοποίηση των μεθόδων δράσης θα πρέπει να ριζοσπαστικοποιηθούν και τα αιτήματά μας. Προτάσσοντας μια συνολική αντίληψη για τις ανάγκες της εργατικής τάξης, θα πρέπει να αμφισβητείται διαρκώς την ίδια η ύπαρξη του καπιταλισμού και η υιοθέτηση μιας επαναστατικής προοπτικής.»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s