Archive for the ‘Προσωπικές απόψεις’ Category


Εργατικό δίκαιο, συνδικαλιστική γραφειοκρατία και ένα παραμύθι με ανάπτυξη
και επενδυτές απειλεί τη ζωή του συνόλου της τάξης και των εργατών της
PLEXACO. Μπορεί όμως και να μας διδάξει για να κάνουμε μια νέα αρχή.

Σήμερα όλοι καταλαβαίνουν σαν τουλάχιστον «αναποτελεσματικές», τις
πολιτικές και τακτικές που ακολούθησε το εργατικό κίνημα με ευθύνη της
ηγεσίας του, για να σταματήσει τις καταστροφικές συνέπειες στα δικαιώματά
του, από την εφαρμογή των μέτρων που προτείνει η τρόικα και εφαρμόζουν οι
ελληνικές κυβερνήσεις για την δήθεν αντιμετώπιση της καπιταλιστικής κρίσης
στην χώρα.
Για να βρούμε διέξοδο, είναι αναγκαίο να μελετηθεί ο τρόπος που οι αγώνες
αυτοί δόθηκαν ή εμποδίστηκαν, μαζί με την λογική της συνδικαλιστικής
ηγεσίας που καθοδήγησε τις νίκες ή τις ήττες. Η αναγκαία αυτή μελέτη αν
οργανωθεί, μπορεί να μας δώσει μαθήματα που θα οδηγήσουν την πράξη της
τάξης στους νέους αγώνες για να νικήσει. Στα πλαίσια αυτά η εμπειρία των
εργατών της PLEXACO είναι σημαντική, για να δούμε το πώς οι εργαζόμενοι
εγκλωβίσθηκαν σε μια αδιέξοδη μορφή αγώνα που έχει αποτέλεσμα, το
«μοιραίο» (ανεργία) να φαίνεται ευτυχής λύση, λύση που θα τους δώσει το
επίδομα ανεργίας και μια ελπίδα για συμμετοχή σε επιδοτούμενα προγράμματα
εργασιακής «δουλείας». Σύντομο ιστορικό
Η εταιρεία PLEXACO είναι βιομηχανία παραγωγής εύκαμπτων πλαστικών σωλήνων.
Το εργοστάσιο με 75 εργαζόμενους βρίσκεται στην ΒΙΠΕ Σχηματαρίου ενώ τα
γραφεία με περίπου 20 εργαζόμενους βρίσκονται στα Μελίσσια Αττικής. Η
εταιρεία με μεγάλη εξαγωγική δραστηριότητα, αντιμετώπισε την κρίση από την
αρχή της, γρήγορα όμως ανέκαμψε, καθώς είχε αύξηση του κύκλου εργασιών,
χωρίς αύξηση στο ποσοστό των ανεξόφλητων χρεών των πελατών της (απλήρωτα
τιμολόγια). Στη συνέχεια όμως της κρίσης οι δυσκολίες δανεισμού και οι
αυξημένες ανάγκες για όλο και μεγαλύτερη ρευστότητα, ώστε να καλυφτεί με
ίδια κεφάλαια η διαρκώς αυξανόμενη παραγωγική δραστηριότητα, έσφιξε την
θηλιά αναγκάζοντας την επιχείρηση να προσφύγει στην μοναδική διαθέσιμη
πηγή ρευστού, τον «εσωτερικό δανεισμό», μην πληρώνοντας τις υποχρεώσεις
πρώτα στους εργαζόμενους και αργότερα στους προμηθευτές, οι οποίοι
διέκοψαν την τροφοδοσία σε πρώτες ύλες. Ο εργοδότης βέβαια όλο αυτό το
χρονικό διάστημα έπαιρνε προκαταβολές για παραγγελίες που ήξερε ότι ποτέ
δεν θα εκτελεστούν.
Οι εργαζόμενοι και οι δικαστικοί αγώνες. Οι εργαζόμενοι στο εργοστάσιο της
PLEXACO είναι σε επίσχεση εργασίας από τον Απρίλιο του 2012. Πριν από αυτή
την εξέλιξη είχαν προηγηθεί απεργιακές κινητοποιήσεις από τους
εργαζόμενους στα τέλη του 2011, και επίσχεση εργασίας για ένα μήνα, από τα
μέσα Ιανουαρίου ως τα μέσα Φεβρουαρίου του 2012. Αργότερα, τον Μάιο του
2012, όταν πλέον ήταν φανερό ότι η εταιρεία πνέει τα λοίσθια, «μπήκαν»
στην επίσχεση εργασίας και οι εργαζόμενοι στα γραφεία.
Τον Ιούνιο του 2012, οι εργαζόμενοι στο εργοστάσιο έχασαν τη δίκη για τα
ασφαλιστικά μέτρα που είχαν καταθέσει και επειδή θεώρησαν ότι μεγάλο μέρος
της ευθύνης είχε ο συνήγορός τους, πήραν την απόφαση να προσλάβουν έναν
πιο έμπειρο δικηγόρο – έναν εργατολόγο με γνώση και εμπειρία σε εργατικές
διεκδικήσεις. Το σωματείο συμφώνησε να προσλάβει τη δικηγόρο που πρότειναν
οι εργαζόμενοι στα γραφεία της εταιρείας, ουσιαστικά οι διευθυντές. Η
αλλαγή του δικηγόρου θεωρήθηκε επιβεβλημένη με δεδομένο πως οι δικαστικές
αγώνες για εργατικά θέματα απαιτούν έμπειρους δικηγόρους με βοηθούς και
συνεργάτες που να μπορούν να προλαβαίνουν τις δικονομικές ντρίπλες των
αφεντικών, όπως αιτήσεις πτώχευσης κτλ. Να αντιλαμβάνονται πίσω από τις
νομικές ή άλλες κινήσεις τις βαθύτερες επιδιώξεις των αφεντικών και των
νομικών τους συμβούλων, επιδιώξεις που πολλές φορές είναι θολές και
αντίθετες από το προφανές. Συνδικαλιστική πρακτική
Οι εργαζόμενοι, καθοδηγούμενοι από το ΔΣ του σωματείου τους και
συμβουλευόμενοι από το Ε.Κ. Θήβας, ανάλωσαν επί μήνες τον χρόνο τους σε
διαδικασίες δικαστικές και διαπραγματεύσεις με τον εργοδότη, χωρίς να
προστατεύσουν την περιουσία του εργοστασίου. Απέρριψαν ως ουτοπιστική την
πρόταση για κατάληψη, με σκοπό την επαναλειτουργία του εργοστασίου υπό
εργατικό έλεγχο, όπως στην περίπτωση της ΒΙΟΜΕ. Προτίμησαν να διεκδικήσουν
ένα κομμάτι από το εγκαταλελειμμένο «κουφάρι» αλλά και πάλι δεν
περιφρούρησαν την περιουσία από την οποία διεκδικούσαν μέσω της κατάσχεσής
της να πληρωθούν δεδουλευμένα και αποζημιώσεις. Άφησαν έτσι τον
μηχανολογικό και λοιπό εξοπλισμό αφύλακτο στο έλεος πλιατσικολόγων της
περιοχής με αποτέλεσμα το εργοστάσιο σήμερα να θυμίζει κουφάρι. Όταν ήταν
πλέον αργά, ο εργοδότης μετά από απαίτηση του σωματείου, προσέλαβε για την
φύλαξη του εργοστασίου εταιρεία σεκιούριτι, ολοκληρώνοντας τον έλεγχο στο
χώρο.
Το ΔΣ του σωματείου θέλησε και πέτυχε να κρατήσει τον αγώνα τους στα στενά
όρια του εργοστασίου, έχοντας ως σύμμαχο στον αγώνα αυτό μόνο το ΕΚ Θήβας.
Έπραξε έτσι φοβούμενο καταρχάς μην τυχόν η δημοσιοποίηση χαλάσει το
επενδυτικό κλίμα και την κοπανήσουν οι επενδυτές, αλλά και κατά δεύτερο
δεν ήθελαν την εμπλοκή δυνάμεων που θα μπορούσαν, με την αίγλη που θα
αποχτούσαν, να πυροδοτήσουν αλλαγές στο συσχετισμό του ΔΣ στο ΕΚ Θήβας,
που στον πρόεδρό του, όφειλαν και την ύπαρξη τους. Έτσι έμειναν
απομονωμένοι και δεν επιδίωξαν να έρθει ο αγώνας τους σε επαφή με άλλα
σωματεία που έδωσαν και δίνουν παρόμοιους αγώνες. Δεν πραγματοποίησαν τους
κοινούς αγώνες και δράσεις που ήσαν αναγκαίες για μια δυναμική λύση στον
δικό τους αγώνα.
Ούτε το ΕΚ Θήβας έφερε σε επαφή τον αγώνα τους με τα υπόλοιπα εργοστάσια
που αντιμετωπίζουν πρόβλημα για να συντονιστεί μια πιο αποτελεσματική
αντίδραση, ή ακόμα και για να υπάρξει μια ενημέρωση και ανταλλαγή
εμπειριών (στο ΕΚ Θήβας ανήκει η βιομηχανική ζώνη στο Σχηματάρι με
σημαντικές βιομηχανίες όπως η ΠΕΤΣΕΤΑΚΙΣ, INTERCHEM κλπ. που αντιμετώπισαν
και αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα). Γι’ αυτό εγκλωβίστηκαν στα
παπαγαλάκια που μιλούσαν για επενδυτές, και εμποδίστηκαν ουσιαστικά να
προβούν σε κοινές δράσεις με άλλους εργάτες και συλλογικότητες, φορείς της
περιοχής και μεμονωμένους αγωνιστές που πρόστρεξαν για βοήθεια. Έφτασαν σε
συμφωνίες με τον εργοδότη μετά από προτροπή της δικηγόρου τους,
κερδίζοντας κάποια ψίχουλα στην τσέπη τους, σε σχέση με όσα τους
χρωστούσε, αλλά κύρια κατοχυρωνόταν η αμοιβή της εργατολόγου. Από τον
Σεπτέμβριο του 2012 έως σήμερα, πραγματοποίησαν με ευθύνη κύρια του
προεδρείου του ΔΣ, ελάχιστα διοικητικά συμβούλια και ακόμα πιο λίγες ΓΣ
του σωματείου, αφήνοντας δε στις τελευταίες την εργατολόγο να μιλάει εκ
μέρους τους και χωρίς την παρουσία τους με τον εργοδότη. Στις δε ΓΣ των
εργαζομένων η εργατολόγος αντί να απαντήσει στους προβληματισμούς των
εργαζομένων, σχετικά με το μέλλον τους, συστηματικά αναιρεί όλους τους
προγραμματισμούς που η ίδια είχε ορίσει όταν προσλήφθηκε (όπως η δικαστική
διεκδίκηση της απόλυσης για όσους εργαζόμενους το επιθυμούν, ώστε οι
εργαζόμενοι αυτοί να πάρουν το επίδομα ανεργίας). Και παράλληλα για να
κατευνάσει την ανησυχία των εργαζομένων -που εντείνεται γιατί δεν έχουν
πλέον κανένα έσοδο- και τον εκνευρισμό τους, για την αδράνειά της και την
κωλυσιεργία της στην δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης, παίζει η ίδια πλέον
το ρόλο του παπαγάλου μιλώντας για επενδυτές που έρχονται και που δεν τους
βλέπει κανείς.
Εδώ ας σημειωθεί πως η εργατολόγος, ακόμα και σήμερα για λόγους άγνωστους
στους εργαζόμενους, αλλά και στο ΔΣ του σωματείου, αγνοεί τη ρητή εντολή
των εντολέων της να προχωρήσει άμεσα σε ασφαλιστικά μέτρα για τη
διεκδίκηση των υπερημεριών και των αποζημιώσεων. Από αυτήν την
κωλυσιεργία, κατά τους εργαζόμενους, κερδίζει χρόνο μόνο ο εργοδότης.
Μερικά πρώτα συμπεράσματα.
Στα γεγονότα που έχουμε προς εξέταση, μπορούμε να εντοπίσουμε πέρα από την
απειρία και τις αυταπάτες του ΔΣ του σωματείου που αντιπροσωπεύει τους
εργαζόμενους, την αμφιβόλου ποιότητας νομική συνδρομή της συνηγόρου τους
εργατολόγου, καθώς και την παντελή έλλειψη μέχρι και απόκρυψη της όποιας
γνώσης έστω και σε επίπεδο εμπειρίας για το τι κάνουν και τι έπαθαν άλλοι
εργαζόμενοι που αντιμετώπισαν το ίδιο πρόβλημα. Και ξέρουμε πως το Ε.Κ.
Θήβας έχει πλούσια σε παρόμοια γεγονότα εμπειρία λόγω του χώρου ευθύνης
και δράσης του (στην τρίτη μεγαλύτερη βιομηχανική ζώνη της χώρας). Από τα
μέσα του 2010 έως σήμερα σε όλη την χώρα έχουν περάσει τρία χρόνια γεμάτα
με χιλιάδες καθημερινές εμπειρίες εργαζόμενων που αντιμετώπισαν το
κλείσιμο της επιχείρησης που εργάζονταν, λόγω της έλλειψης ρευστότητας
στην αγορά. Τακτικός κοινός παρονομαστής στις περισσότερες περιπτώσεις οι
πληροφορίες για επενδυτές που έρχονται, αλλά δεν φαίνονται ποτέ. Κάθε
καλόπιστος λοιπόν παρατηρητής παίρνοντας υπόψη ότι η «επανάληψη μήτηρ
πάσης μαθήσεως» θα αναρωτιέται γιατί οι συγκεκριμένες οργανώσεις
παραμένουν τόσο αναποτελεσματικές μετά από τόσο πλούσια εμπειρία (έχουν
κλείσει χιλιάδες επιχειρήσεις);
Έχουν περάσει τρία χρόνια και από την μεριά των επίσημων συνδικαλιστικών
οργάνων Ε.Κ., ομοσπονδίες και ΓΣΕΕ με ευθύνη των ηγεσιών τους, καμία
προσπάθεια συντονισμού αυτών των εργαζόμενων δεν έχει γίνει. Ενώ στο ίδιο
διάστημα τους έχουν χορτάσει με παραστάσεις στα υπουργεία και στις
αίθουσες των δικαστηρίων, ροκανίζοντας τον χρόνο που εν τέλει ωφελεί μόνο
τους εργοδότες.
Αποκαλύπτεται για άλλη μια φορά πως αποτελούν τη βασικότερη αιτία των
επιμέρους ηττών των εργαζομένων ενώ πάντα μεταθέτουν στους εργαζόμενους
την ευθύνη. Κάθε καλόπιστος παρατηρητής, έχοντας παρακολουθήσει και τον
τρόπο με τον οποίο αυτές οι ηγεσίες εκτόνωσαν με τις διάσπαρτες 24ωρες,
την οργισμένη διάθεση για γενικό και μαζικό αγώνα που επέδειξε η εργατική
τάξη με την μαζική παρουσία της στις γενικές απεργίες, πλημμυρίζει με ένα
αίσθημα προδοσίας. Τους μόνους που βολεύει η μέθοδος που δουλεύουν οι
συνδικαλιστικές αυτές ηγεσίες, είναι τα κόμματα της κυβέρνησης που
εφαρμόζουν τα μνημόνια και εγγυώνται τα συμφέροντα του μεγάλου διεθνούς
και ντόπιου τραπεζικού κεφαλαίου.
Πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας για να μπορέσουμε να καταλάβουμε πως η
διαμόρφωση των σημερινών ηγεσιών της εργατικής τάξης, έχει σχέση με την
«πετυχημένη» διέξοδο που δόθηκε, για την ικανοποίηση των χθεσινών αναγκών
που η τάξη θέλησε να λύσει, σε μια προηγούμενη ιστορική στιγμή. Έτσι
μπορούμε να καταλάβουμε πως ότι διαμόρφωσε αυτές τις ηγεσίες, σήμερα είναι
παρελθόν. Και δεύτερο πως οι χθεσινές «πετυχημένες» λύσεις, κρύβουν μέσα
στους περιορισμούς τους τη βασική αιτία της αποτυχίας του σήμερα. Για να
γίνω ποιο σαφής οι συνδικαλιστικές ηγεσίες που σήμερα έχουμε,
διαμορφώθηκαν δίνοντας αγώνες με μαξιλάρι την υποχρεωτική διαιτησία του
υπουργείου. Οι συνδικαλιστές έδιναν λύσεις στα προβλήματα των εργατών,
ανάλογα με την πρόσβαση που είχαν στο περιβάλλον του υπουργού. Λογική
συνέπεια αυτής της πρακτικής είναι οι εργάτες να ψηφίζουν για
συνδικαλιστές, αυτούς που είχαν τα «κονέ» με την κυβέρνηση. Σήμερα η
εξισορροπητική παρέμβαση του υπουργού στις διεκδικήσεις των σωματείων
(διαιτησία) έχει καταργηθεί.
Η καπιταλιστική κρίση επιβάλει την καταστροφή του πλεονάζοντος κεφαλαίου
και έτσι και την κατακρεούργηση των μισθών και των εργατικών δικαιωμάτων.
Η γενικευμένη αυτή μείωση της ανάγκης για εργασία ρίχνει την αξία της
πληρωμένης εργασίας και για να το επιτύχει κάνει αναγκαία την κατάργηση
της διαιτησίας.
Έτσι πλέον στους χώρους δουλειάς, οι εργάτες αντιμετωπίζουν κάθε μέρα την
ανεπάρκεια των πρωτοβάθμιων σωματείων να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που
προκαλεί η νέα αυτή κατάσταση με την ασφυκτική έλλειψη κεφαλαίων. Δεν
μπορεί να βρεθεί λύση με εργοδότες που από έλλειψη ρευστότητας
εγκαταλείπουν τις επιχειρήσεις στην σκουριά και τους εργαζόμενους στο
έλεος της ανεργίας, όταν τα υπουργεία το μόνο που έχουν να μοιράσουν είναι
χαράτσια και συμπάθεια.
Έτσι γίνεται φανερό πλέον πως η επιβίωση αυτού του τύπου ηγεσίας, με την
συνδικαλιστική της δράση, σπέρνει τον όλεθρο και θερίζει την απογοήτευση
και την απελπισία. Η πρακτική που αναδείχτηκε σε μια προηγούμενη εποχή,
έχει τραγικές συνέπειες για την επιβίωση της τάξης σήμερα. Γιατί τα μόνα
που μπορούν πλέον να διαπραγματεύονται οι συνδικαλιστές με τα αφεντικά και
τα υπουργεία, είναι το ύψος των περικοπών στους μισθούς, με συνέπια να
ρίχνουν χαμηλά στην συνείδηση των εργατών τις έννοιες του οργανώνεσθε και
συνδικαλίζεσθε.
Η κύρια πηγή εκτροφής αυτού του «υβριδίου» της συνδικαλιστικής ηγεσίας
ήταν τα δυο κόμματα που εναλλάσσονταν μέχρι σήμερα στην εξουσία. Αλλά
παρατηρείται το τελευταίο διάστημα με την ανεπαρκή μέχρι «προδοσίας»
τακτική αντιμετώπιση, τόσο στις επιστρατεύσεις (ναυτεργατών, ΜΕΤΡΟ και των
καθηγητών), όσο και της ΕΡΤ, πως το «υβρίδιο» μεταναστεύει για να
επιβιώσει και στους χώρους της πολλά υποσχόμενης «κυβέρνησης της
Αριστεράς», τρέφοντας ελπίδες πως όταν θα έρθει στην κυβέρνηση, θα
αποκατασταθεί και ο παλιός τρόπος λειτουργίας που έδινε τις «επιτυχίες»
τους.
Η ηθική έκπτωση που βιώνει η κοινωνία με τον εκφυλισμό και την προδοσία
από το ηγετικό κομμάτι της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, γίνεται φραγμός
για την ενότητα των τμημάτων που πλήττονται από την κρίση. Η καχυποψία
ανάγει την προδοσία σε προπατορικό αμάρτημα -η φράση «Όλοι ίδιοι είσαστε»
που εκτοξεύουν οι εργαζόμενοι σε συνδικαλιστές- είναι αποτέλεσμα των
παραπάνω βιωμάτων που έρχονται να ξαναστήσουν στα πόδια της την λογική που
οι εργάτες αλλά και φτωχοί μικροαστοί τράφηκαν το προηγούμενο διάστημα,
«κοίτα να κανείς την δουλειά σου και άσε τους άλλους». Μια λογική που λόγω
των γενικευμένων μέτρων που επιβάλει η κρίση κλυδωνίζεται από τις μαζικές
κινητοποιήσεις και προσπάθειες αναζήτησης ενός άλλου τύπου διακυβέρνησης.
Είναι αναγκαίο και πρέπει να κατανοήσουμε το πως το προηγούμενου στάδιο
ανάπτυξης του κινήματος και ο εκφυλισμός από το κράτος και την κυβέρνηση
της συνδικαλιστικής ηγεσίας, εμποδίζει σήμερα την γέννηση των νέων μορφών
οργάνωσης και πάλης που είναι αναγκαία για να αντιμετωπίσουμε την κρίση
και τις επιπτώσεις της στην τάξη και στην κοινωνία. Βήμα που είναι
αναγκαίο στην πορεία να γίνουμε ικανοί να απαντήσουμε με επιτυχία την
κρίση ηγεσίας που είναι προϋπόθεση για μια νικηφόρα έκβαση στην ταξική
πάλη.

Παπαδημητρίου Σωτ.

το αρθρο εδω http://ergatis.wordpress.com
και εδω http://anergoigeitonion.espivblogs.net/


Είναι γνωστό το καθεστώς και το είδος της εργασίας που υπάρχει στις επιχειρήσεις-τηλεφωνικά κέντρα-είτε έχουν ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση πελατών, είτε την προώθηση και πώληση υπηρεσιών και προϊόντων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα παρατίθεται στην πρόσφατη, προσωπική μου εμπειρία:
Στην εταιρεία «ΩΘΗΣΗ», αυτό που προωθούν οι εργοδότες της είναι το κυνήγι της πώλησης μέσω της ανάγκης/ανοχής του κάθε εργαζόμενου (από το να προσπαθεί να κάνει πιεστικά τηλεφωνικές πωλήσεις κάτω από την απειλή της απόλυσης, μέχρι το να δουλεύει πέραν του ωραρίου του και Σάββατα αμισθί).
Αφού τελείωσα την εκπαίδευση για 2 με 3 ώρες στις 9/11, με ενημέρωσαν πως ξεκινάω στην «παραγωγή» με σύμβαση 6ωρου (από τις 9 το πρωί μέχρι τις 3 το μεσημέρι) και από τις 12/11 και ημέρα Δευτέρα.
Εξαρχής το ζητούμενο για αυτούς, ήταν η αύξηση των συμβολαίων της WIND και των ενεργών συνδέσεων και το κατάλαβα από τις συμπεριφορές τους, από την πρώτη στιγμή (ήμουν σε αυτό το κομμάτι και όχι στην προώθηση της ιδιωτικής κάρτας ιατρικής περίθαλψης ή σε κάτι άλλο που δεν γνωρίζω την ιδιαιτερότητα του αντικειμένου πίεσης…).
Το όριο-καταναγκασμός ήταν τα 2 συμβόλαια την ημέρα για μας τους 6ωρους (και διάλειμμα ενός τετάρτου) με έντονη την υπενθύμιση αυτής της άτυπης υποχρέωσης (στους καινούργιους έδιναν το περιθώριο για να εγκλιματιστούν με την παραγωγή 1 συμβολαίου/ημέρα και για 1 εβδομάδα).
Η σύμβαση μου, με ειδικότητα υπαλλήλου γραφείου (ατομική σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης, σύμφωνα με τους ν. 2639/98 & 3846/10) ξεκίνησε από την Τρίτη 13/11  χωρίς να περιλαμβάνει καταβολές επιδομάτων πτυχίου Τ.Ε.Ι (στη δική μου περίπτωση) ή άλλων επιδομάτων που έπρεπε να ισχύουν, όπως οθόνης, τηλεφωνητή, κλπ.
Η αμοιβή μου ήταν στα 501,00 μεικτά, δηλαδή στα 414,00 καθαρά όπως και για τους υπόλοιπους συναδέλφους μου, χωρίς κανένα επιπλέον επίδομα (σημειωτέον πως ανάφεραν ότι πληρώνουν πολύ καλύτερα από τις υπόλοιπες εταιρείες που έχουν ως αντικείμενο την τηλεφωνική πώληση).
Η συνεχής πίεση από τις «τιμ λήντερς» για όλο και περισσότερες πωλήσεις έφτασε στο απροχώρητο (με φωνές, πολλές φορές), ιδιαίτερα μετά και τις προσωπικές πλέον νύξεις τους για εντατικοποίηση μετά από συνεχόμενη «αποτυχία» 2 ημερών.
Επίσης αναφέρθηκαν και στο bonus των 100 ευρώ, που μπορούν αυτές και η εταιρεία τους να δίνουν στους «από κάτω» μετά από την ενεργοποίηση του 75% των απαιτούμενων συμβολαίων.
Την Τρίτη 21/11 απολύθηκα μετά από δύο μέρες μηδενικής παραγωγής συμβολαίων και συνδέσεων. Η πρόκληση για μένα (όπως και γι’ αυτούς) ήταν η απαίτηση τους να παραταθεί το ωράριο εργασίας, έχοντας σαν μοναδικό σκοπό τους την επίτευξη του επιθυμητού ποσοστού πωλήσεων. Η κανονική αποχώρηση μου στο τέλος του 6ώρου μου, τους έδωσε τυπικά την αφορμή για την όποια επίθεση και νουθεσία, αυτό όμως που επικαλέστηκαν ήταν η μη ένταξη στη «νόρμα»  παραγωγής τους.
Η  δική μου απόλυση, βρίσκει τα αίτια της στην όποια μοριακή αμφισβήτηση και (παθητική) αντίσταση του απλού εργαζόμενου που διεκδικεί τα αυτονόητα.
Μετά από όλα όσα συμβαίνουν σήμερα στους εργασιακούς χώρους και σε αυτό το περιβάλλον με τις ιδιαίτερα άσχημες συνθήκες, είναι αναγκαίο ο εργαζόμενος να κατοχυρώνει τις διεκδικήσεις και τα (μέχρι τώρα) κεκτημένα του έμπρακτα (με προσφυγή στην επιθεώρηση εργασίας μαζί και με τα σωματεία), μη χαρίζοντας δεδουλευμένα, ένσημα, υπερωρίες, επιδόματα και σε συνδυασμό πάντοτε με την προσπάθεια για καλυτέρευση των συνθηκών και των γενικότερων όρων.
Έτσι την Πέμπτη 29/11 με την έμπρακτη αλληλεγγύη και βοήθεια συναδέλφων από το σωματείο εργαζομένων της WIND, προχωρήσαμε σε έγγραφη καταγγελία παρά τις αρχικές αντιρρήσεις και την αρνητική στάση κάποιων υπαλλήλων της επιθεώρησης εργασίας.
Το ζητούμενο στην συγκεκριμένη περίπτωση εξακολουθεί να βρίσκεται στην απαίτηση για καταβολή των όποιων επιδομάτων δικαιούμαστε και στην τήρηση του ωραρίου, είτε είμαστε 6ωροι, είτε 4ωροι, είτε οτιδήποτε άλλο. Το πλέον βασικό όμως είναι να βρεθούμε μέσα από μία πιο ανένδοτη ατομική στάση στους εργασιακούς χώρους και να συναντηθούμε σε συλλογικές διεκδικήσεις που θα μας ξεμπλοκάρουν από καταστάσεις μοιρολατρικής απάθειας, εξατομικευμένης αδιαφορίας και κατάθλιψης. Με λίγα λόγια, πρέπει να συναντηθούμε μεταξύ μας οι εργαζόμενοι άνεργοι και επισφαλείς, για να υπερασπιστούμε τον ίδιο μας τον εαυτό μέσα σε συνθήκες εντεινόμενης εκμετάλλευσης και κοροϊδίας.
Η δουλειά μας είναι να ενημερώνουμε τους καταναλωτές για τις όποιες επιλογές και προσφορές υπάρχουν από τις εταιρείες και όχι να ακολουθούμε τις προσταγές και τα ιδεολογήματα των μάνατζερ  που θέλουν να μας εμπλέξουν στο κυνήγι του κέρδους και του πελάτη, παρακολουθώντας καθημερινά με αγωνία την παραγωγή συμβολαίων  στους πίνακες ανταγωνισμού που έχουν επιβάλλει ανάμεσα στους εργαζόμενους.
 Αυτό που μετράει περισσότερο, μέσα σε αυτές τις καταστάσεις ωμού εκβιασμού, είναι η κατανόηση και αλληλεγγύη μεταξύ συναδέλφων. Με στοιχειώδη αξιοπρέπεια μπορούμε να μην αφήνουμε το κάθε μικρό και μεγάλο αφεντικό να αποφασίζει για το είδος της εργασίας και το είδος της αμοιβής για την σιωπή μας.
Πρέπει τελικά να παίρνουμε θέση όταν κάποιος συνάδελφος υπερασπίζεται την συλλογική μας υπόσταση, σε όποιον εργασιακό χώρο και να βρισκόμαστε (άσχετα αν κάνουμε τη δουλειά που «προορίζουμε» τον εαυτό μας-βάσει σπουδών ή κάποια άλλη δουλειά…)
  • ΝΑ ΣΠΑΣΟΥΜΕ ΤΗ ΜΙΖΕΡΙΑ, ΤΟ ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΑΘΕΙΑ ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ  ΔΟΥΛΕΙΑΣ 
  • ΝΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΟΥΜΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΟΣΑ ΜΑΣ ΚΛΕΒΟΥΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ
  • ΑΜΕΣΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΠΙΔΟΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΗ ΤΗΣ
 
ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΙΘΜΟΥΣ ΤΩΝ ΠΩΛΗΣΕΩΝ ΤΟΥΣ

αναδημοσίευση από : http://ergazomenoimetropolis.blogspot.gr/2012/11/blog-post_30.html
Λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη επιστολή: 
Ξυπνάω το πρωί γεμάτος ενέργεια, διάθεση, ελπίδα, θάρρος.
Κάθε μέρα γνωστοί και συγγενείς μου τηλεφωνούν. Ανησυχούν για το πώς τα πάω. 6 μήνες άνεργος, ένα χρόνο απλήρωτος. Ρωτούν πως την βγάζω, αν βρήκα δουλειά, αν είχα κάτι νεότερο από την παλιά μου δουλειά στο Metropolis. Λένε ότι κινδυνεύω και από κατάθλιψη.
Μα εγώ ξυπνάω νωρίς κάθε πρωί, με πάθος να ζήσω την μέρα, με πράγματα να κάνω, με στόχο. Έχω γεμίσει συναισθήματα. Χαρά, ενθουσιασμός, πάθος, οργή, μίσος, αγάπη. Και αργά το βράδυ κοιμάμαι κατάκοπος, μα περήφανος και αξιοπρεπής. Έχω πάθει κάτι; Άλλα έπρεπε να μου συμβαίνουν.
Τι είναι αυτό που μου δίνει ζωή;
Είναι η ελπίδα ότι θα πάει καλύτερα το κράτος; ότι θα τελειώσει η κρίση; ότι θα ανοίξουν οι δουλειές των αφεντικών και θα βρω και εγώ μία; ότι το παλιό μου αφεντικό, o Ανδρέας Κουρής, θα με λυπηθεί και θα μου δώσει αυτά που μου χρωστάει; ότι θα βρεθεί κάποιος που θα τον αναγκάσει να τα δώσει;…. Σκατά, αν περιμένω κάποιο χέρι να με σώσει, ή θα πεθάνω από την πείνα ή που θα χάσω τον εαυτό μου και τα λογικά μου.
Ζωή μου δίνει ο αγώνας μου, ο αγώνας μας. Ο συνάδελφος που δίπλα μου διεκδικεί με πάθος αυτά που του ανήκουν. Που δεν με αφήνει μόνο μου. Που με παίρνει τηλέφωνο αργά το βράδυ για να δει αν γύρισα από την αφισοκόλληση. Που μιλάμε περισσότερο για τις ζωές μας τώρα παρά όταν δουλεύαμε δίπλα, δίπλα. Που με εμψυχώνει όταν βλέπει ότι λυγίζω.
Ζωή μου δίνει ο θυμός. Η εξοργιστική αδικία που μια ζωή δούλευα για ψίχουλα και το αφεντικό μου πλούτιζε. Και τώρα που τα θέλει όλα δικά του με πετάει στα σκουπίδια. Γιατί είναι ταξικός ο θυμός μας. Γιατί είναι αυτοί και εμείς. Οι εργάτες και τ’ αφεντικά.
Ζωή μου δίνει η αλληλεγγύη. Φίλοι που ξανασυναντηθήκαμε μέσα από αυτόν τον αγώνα. Κόσμος που γνώρισα και μου συμπαραστέκεται. Δεν είναι ελεήμονες, είναι σύντροφοι. Δεν μου χτυπούν συγκαταβατικά την πλάτη. Δεν μου δίνουν ελεημοσύνη. Παλεύουν μαζί μου, για μένα, για τον δίπλα μου, για τον εαυτό τους.
Ζωή μου δίνουν οι φίλοι μου. Που με στηρίζουν και με εμψυχώνουν. Που δεν έχουν προσκυνήσει ακόμα. Που δεν έχουν ισοπεδωθεί από την μηχανή του συστήματος. Που μου στέλνουν μήνυμα «κουράγιο», «γερά», «συνεχίζουμε».
Ζωή μου δίνει η ανισότητα. Που το πρώην αφεντικό μου χρωστάει 2 δις και είναι πρώτη μούρη και εγώ ψάχνω 100 ευρώ γιατί μου κόψανε το ρεύμα. Που αυτός πάει για καταδύσεις, έχει κανάλι, κάνει κοσμική ζωή και εγώ χρωστάω τρία νοίκια. Που αυτός μπορεί να πληρώνει λιγότερους φόρους από εμένα. Που για να σώσει την τσέπη του, καταστρέφει τις ζωές μας και δεν τρέχει τίποτα διότι είναι επιχειρηματίας με πλάτες. Με πνίγει η αδικία και η φωνή μου βγαίνει πιο δυνατή, από πιο βαθιά.
Ζωή μου δίνουν οι ξεπουλημένοι συνάδελφοί μου. Εργοδοτικοί, παρτάκηδες, εγωιστές, αδίστακτοι. Όσα περισσότερα αναξιοπρεπή, βρώμικα, κλεμμένα, εργοδοτικά ευρώ παίρνουν τόσο περισσότερο πείσμα με γεμίζουν.
Ζωή μου δίνει η κάθε μέρα. Γεμάτη. Κουβέντες, τηλέφωνα, συνέλευση, αφίσες, κείμενα, σχέδια, απόψεις, διαφωνίες, παροτρύνσεις.
Ζωή μου δίνει το χθες που πάλεψα.
Ζωή μου δίνει το σήμερα που το ζω.
Ζωή μου δίνει το αύριο που εγώ ορίζω.
Γιατί θέλω να ζήσω και όχι να επιζήσω.

Τα χρόνια που το Μετρόπολις θησαύριζε και έκλεινε χρονιές με κέρδη εκατομμυρίων ποτέ δεν είδα αύξηση. Τότε μου έλεγαν οι συνάδελφοι «μην ανοίγεις ιστορίες, ήμαστε καλά έτσι, εμείς κάνουμε το κέφι μας, εμείς αγαπάμε την μουσική, δεν μας ενοχλεί κανείς» και εγώ δεν έκανα τίποτα.
Μετά το παλιό αφεντικό πούλησε την χρυσή κότα χωρίς να μας διασφαλίσει τίποτα, στο νέο αφεντικό που ήρθε με νέες ιδέες, νέους σκύλους προϊσταμένους, νέες εργασιακές συνθήκες. Και πάλι μου έλεγαν «να επικρατήσει ηρεμία, θα προσαρμοστεί και αυτός, θα δει ότι έτσι δουλεύει το μαγαζί, χωρίς εμάς θα κλείσει» και εγώ πάλι δεν έκανα τίποτα.
 Όταν άρχισαν τα πρώτα ζόρια και το αφεντικό με το σόι του εξαφανίστηκε, την θέση του πήραν τα σκυλιά-προϊστάμενοι του. Το αφεντικό ήδη είχε καταλάβει ότι είναι καλύτερα να τα κλείσει και να φεσώσει όλο τον κόσμο παρά να πληρώνει τις υποχρεώσεις του. Οι συνάδελφοι έλεγαν «κάνε υπομονή, δεν θα τα κλείσει είναι της δισκογραφίας, κάτι θα κάνει, να άνοιξε στο «Μall» και εγώ κάθισα στα αυγά μου και δεν έκανα τίποτα.
Τότε ήταν που σκάσανε οι πρώτες αφίσες εργαζομένων τα πρώτα σχόλια στο διαδίκτυο και μας φώναζαν στα μούτρα μας για το μέλλον που έρχεται. Οι σκύλοι-manager μας καθησύχαζαν, οι συνάδελφοι έσκιζαν τις αφίσες, χλεύαζαν και κορόιδευαν ότι είναι μανίες κάποιων, εγώ με ανησυχία καρτερούσα την λύση από τον ? (ακόμα δεν ξέρω ποιος θα με σώσει) και δεν έκανα τίποτα.
Όταν κλείσανε τα μισά μαγαζιά και οι απολύσεις πέφτανε βροχή, ήρθαν σωματεία μαζί με συναδέλφους που καλούσαν σε συλλογικό αγώνα. Παθητικά τους άκουσα, τους παρακολούθησα. Νόμιζα ότι εκπλήρωσα το αγωνιστικό μου καθήκον. Στο μαγαζί άρχισαν να εξαφανίζονται και τα σκυλιά-manager αφήνοντας στην θέση τους κάποιους από τους σκουλήκια-συναδέλφους να λένε ότι «οι διαμαρτυρίες και όχι το καλό αφεντικό θα κλείσουν το μαγαζί, ότι είναι πληρωμένοι συνδικαλιστές, ότι τα μαγαζιά πρέπει να μην τα ενοχλούμε για να κάνουν ταμεία και να σωθεί η επιχείρηση, ότι αυτοί θα μείνουν χωρίς δουλειά» εγώ δεν τους απάντησα, δεν τους μούντζωσα, δεν τους έφτυσα δεν τους σφαλιάρισα, δεν έκανα τίποτα.
Όταν έμειναν δύο μαγαζιά, βρέθηκα απολυμένος στο δρόμο κρατώντας ένα πανό. Πάλι κάποιοι είπαν να μην έρθουμε σε σύγκρουση με τους συναδέλφους που δουλεύουν (ναι ρε, αυτούς που είναι εργοδοτικοί, αυτοί που ρίχνουν λάσπη σε αυτούς που αντιστέκονται, αυτούς που βοηθάνε το αφεντικό να κλείνει μαγαζιά, αυτούς που ξέχασαν τις φιλίες τους παλιούς συναδέλφους, αυτά τα σκουλήκια) εγώ πάλι δεν είπα τίποτα. Δεν είπα «στο διάολο να πάτε σκουλήκια». Δεν έκανα τίποτα.
Όταν το αφεντικό τα έκλεισε όλα και άνοιξε μια τρύπα για να πουλήσει ότι του απόμεινε θέλοντας να πάρει και τα τελευταία ευρώ, τα σκουλήκια χάρηκαν. Τα σκουλήκια πάντα χαίρονται όταν βρίσκουν μια τρύπα να χωθούν. Κάποιοι είπαν «όλα έχουν τελειώσει, δεν θα πάρουμε τίποτα πια». Τα σκουλήκια στο μαγαζί γελούσαν νηστικά συνεχίζοντας την λάσπη, μπας και αναγνωριστεί το έργο τους από το αφεντικό και εγώ απ’ έξω έκλαιγα νηστικός. Και πάλι κάποιοι είπαν «έτσι είναι αυτά τα πράγματα, όλη η κοινωνία στα ίδια σκατά είναι, εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε την διαφορά» εγώ δεν έκανα τίποτα. Δεν μπήκα στο μαγαζί να το κλείσω 2-3 μέρες, δεν πήγα με το αντίσκηνο έξω από την επιθεώρηση εργασίας , δεν έπιασα τα σκουλήκια από το λαιμό, δεν πήγα στο αφεντικό να τα πούμε αφού έχουμε χαθεί εδώ και 2 χρόνια. Δεν έκανα τίποτα.
Επειδή το πολύ τίποτα μου έχει κάτσει στο λαιμό και δεν μπορώ να πάρω ανάσα, δεν μπορώ να περιμένω το αύριο. Τώρα, σήμερα θα τα κάνω όλα μαζεμένα για να μην γίνω ένα τίποτα. Τώρα αφεντικά, σκύλοι και σκουλήκια θα δουν τι μπορεί να κάνει κάποιος που δεν έχει τίποτα να χάσει, που δεν έχει τίποτα στην τσέπη, που δεν έχει τίποτα στο στομάχι. Τώρα δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω από το να σας κυνηγάω συνέχεια. Τώρα είμαι έτοιμος να μην αφήσω τίποτα για αύριο, να μην αφήσω τίποτα δικό μου σε άλλους, να μην αφήσω τίποτα να το κάνουν άλλοι για μένα, να μην αφήσω τίποτα όρθιο.

αναδημοσίευση από : https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1419140

Η Ιδιωτικοποίηση των ΕΛΤΑ και οι ευθύνες της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας

Σύμφωνα με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων, τα ΕΛΤΑ ιδιωτικοποιούνται.
Μια απόφαση που στα ΕΛΤΑ την ανέμεναν εδώ και καιρό, αλλά αδιαφορούσαν συνειδητά.
Με πρώτη και καλύτερη την Πανελλήνια Ομοσπονδία Σωματείων Ταχυδρομικών (ΠΟΣΤ) που ελέγχεται από την ΠΑΣΚΕ και το σύνολο σχεδόν των συνδικαλιστικών παρατάξεων που την αποτελούν.
Γιατί άραγε; Η απάντηση είναι στο παρακάτω:
«Το Μνημόνιο είναι μια τετελεσμένη υπόθεση, εναλλακτικές λύσεις δεν υπάρχουν».
Τάδε έφη Παναγόπουλος της Γ.Σ.Ε.Ε

O καλύτερος τρόπος για να ξεπουλήσεις μια εταιρία, είναι να απαξιώσεις τους εργαζόμενους και να απορυθμίσεις-καταστρέψεις τις εργασιακές σχέσεις.
Η ΠΟΣΤ ως εκφραστής του κυβερνητικού – μνημονιακού συνδικαλισμού, γνώριζε πολύ καλά πως να το κάνει.
Αυτό σήμαινε την πλήρη αποδοχή του εργασιακού μεσαίωνα μέσα στα ΕΛΤΑ με :

  • την ενίσχυση της ενοικιαζόμενης εργασίας και των εργολάβων στα ΕΛΤΑ ταχυμεταφορές  (στις οποίες η ΠΟΣΤ διατηρεί μετοχές άρα αποτελεί και αφεντικό των εργαζόμενων) και στα ΕΛΤΑ στο τομέα της καθαριότητας
  •  την μείωση των οργανικών θέσεων σε συμφωνία με την διοίκηση του οργανισμού
  •  τις 8μηνες, 4μηνες συμβάσεις και το ωρομίσθιο
  •  την πλήρη απαξίωση των συλλογικών συμβάσεων με τον εξοστρακισμό των συμβασιούχων στην εθνική γενική συλλογική σύμβαση και την ένταξη τους σε ένα απροσδιόριστο εργασιακό καθεστώς όπου είναι τυπικά ταχυδρομικοί υπάλληλοι, αλλά πληρώνονται ως ανειδίκευτοι εργαζόμενοι
  • την «πρακτική άσκηση» φοιτητών που κάλυπταν οργανικά κενά, με ελάχιστες αποδοχές και χωρίς ένσημα για να γραφτούν στο ταμείο ανεργίας
  • την εντατικοποίηση της εργασίας με το κόψιμο-ράψιμο των τομέων διανομής
  • την αδιαφορία για την μείωση των μισθών λόγω μνημονίου ακόμα και των εργαζομένων από το μόνιμο προσωπικό.

Η σχέση μεταξύ κράτους και συνδικαλισμού, ήταν διαχρονικά σταθερή …
Το κόμμα διόριζε τα παιδιά του στο κράτος και τα συνδικάτα φρόντιζαν να κρατούν τους εργαζόμενους ήσυχους, εφαρμόζοντας παράλληλα την κυβερνητική πολιτική στο δημόσιο τομέα με ότι αυτό συνεπάγεται από τη διαχείριση – κρυφά ή κεκαλυμμένα – κρατικών επιδοτήσεων, κονδυλίων, απ΄ ευθείας αναθέσεων και χρημάτων κάτω από το τραπέζι
Γι αυτό το λόγο η ΠΟΣΤ γνώριζε και γνωρίζει από τα μέσα τις εξελίξεις για την πώληση των ΕΛΤΑ, καθώς αποτελεί γενικό κουμανταδόρο και το πραγματικό αφεντικό των εργαζόμενων στα ΕΛΤΑ.
Το μέλλον των εργατοπατέρων της ΠΟΣΤ, είναι συνδεδεμένο με την ιδιωτικοποίηση του οργανισμού και την απελευθέρωση της ταχυδρομικής αγοράς, γι αυτό ανεξάρτητα από τις αγωνιστικές κορώνες που πετάει στις ανακοινώσεις τις, είναι απόλυτα σίγουρο ότι θα υπονομεύσει και θα σαμποτάρει την οποιαδήποτε κινητοποίηση μπορεί να προκύψει κάτω από την πίεση των εργαζομένων.

Από την άλλη οι υπόλοιπες συνδικαλιστικές παρατάξεις ανέμεναν και αυτές το ξεπούλημα του οργανισμού και γνωρίζουν για τα διαπλεκόμενα στα οποία εμπλέκεται το ανώτατο συνδικαλιστικό όργανο των ταχυδρομικών.
Η πρόσφατη έρευνα του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης για τις παράνομες επιχορηγήσεις στην ΠΟΣΤ, είναι σταγόνα στον ωκεανό!
Όμως όλοι  σιωπούν, νομίζοντας ότι με τη σιωπή θα διατηρήσουν τις θέσεις, την ησυχία τους και τις συνδικαλιστικές ισορροπίες.
Η εφεδρεία όμως και οι νέες συμβάσεις που θα κληθούν να υπογράψουν οι εργαζόμενοι δεν θα λογαριάσουν την παρακμιακή κανονικότητα των εργασιακών χώρων, ούτε από πού προέρχεται πολιτικά ο κάθε εργαζόμενος.

Η απάντηση απέναντι στο ξεπούλημα των ΕΛΤΑ πρέπει να είναι συνολική και δυναμική απέναντι στα διαπλεκόμενα κράτους, διοίκησης ΕΛΤΑ, ιδιωτικών εταιριών, συνδικαλιστικών παρατάξεων και ΠΟΣΤ που λειτουργεί μέσα στα ΕΛΤΑ ως πέμπτη φάλαγγα των “αρχόντων” των ιδιωτικών ταχυδρομικών εταιριών (ΑCS-SPEEDEX).
Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την αυτοοργάνωση των εργαζομένων,  με συνελεύσεις στους χώρους δουλειάς, ενάντια στην ιδιωτικοποίηση, στην εφεδρεία- απολύσεις, στον εργασιακό μεσαίωνα,  στην ενοικιαζόμενη εργασία και επισφάλεια που βιώνει εδώ και χρόνια ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων στα ΕΛΤΑ

Οι εργαζόμενοι της βιομηχανικής μεταλλευτικής στην Θεσσαλονίκη, έδειξαν ένα δρόμο με την απόφαση τους να προχωρήσουν σε εργατικό έλεγχο και διαχείριση του εργοστασίου. Στον ταχυδρομικό κλάδο;

Θ.Β – Πρώην εργαζόμενος στα ΕΛΤΑ


αναδημοσίευση από : http://2310net.wordpress.com/2012/08/15/o-kapitalismos-den-yparxei/

“Η πιο ωραία πονηριά του διαβόλου είναι να μας πείσει ότι δεν υπάρχει”
Charles Beaudelaire

 

Από τις μέρες που ξέσπασε η κρίση στις ΗΠΑ μέχρι σήμερα έχουν χυθεί τόνοι μελάνι, έχουν μιλήσει πολλοί, νομπελίστες, κριτικοί, ακαδημαϊκοί, δημοσιογράφοι, αναλυτές, πολιτικοί, επιχειρηματίες, απλοί άνθρωποι. Έχουν πολλοί πει πολλά. Για κρίση χρέους, για αναδιανομή του πλούτου προς τα πάνω, για κρίση δανεισμού, επιτόκια, ομόλογα, σπρεντς, ΑΕΠ, για κινεζοποίηση της οικονομίας, για διάλυση της ευρωζώνης, για νεοφιλελευθερισμό, για σκληρά και μαλακά νομίσματα, για συνομωσίες εβραίων που θέλουν να καταστρέψουν τον κόσμο και άλλα πολλά. Κανείς, ή μάλλον σχεδόν κανείς, δεν έχει ψελλίσει τη λέξη ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ.

 

Κανείς από τους υποστηρικτές του, ακόμα και τους πιο φανατικούς, δεν τολμά να τον αναφέρει. Θα νόμιζε κανείς πως ο καπιταλισμός δεν υπάρχει! Θα πίστευε κανείς πως έχει ξεπεραστεί από την ιστορία. Αυτό βέβαια είναι κάτι που κάποιοι μεταμοντέρνοι το πιστεύουν πραγματικά. Πιστεύουν ότι ζούμε σε μια μεταβιομηχανική, μετακαπιταλιστική κοινωνία. Το αστείο είναι ότι το πιστεύουν ακράδαντα και με φανατισμό, όταν ακόμα και το ψωμί που αγοράζουν έχει παραχθεί σε εργοστάσιο, έχει συσκευαστεί, έχει μεταφερθεί και έχει πωληθεί σε αυτούς μέσα σε καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης. Αυτοί βέβαια εξακολουθούν να βλέπουν σύμβολα και ανοιχτά κοινωνικά δίκτυα. Όμως ας μην ασχοληθούμε άλλο με αυτούς τώρα. Ας επικεντρωθούμε στον καπιταλισμό που δεν υπάρχει.

 

Αν πεις σε έναν τραπεζίτη ότι είναι καπιταλιστής θα σου πει «όχι, δεν είμαι», σαν τον Απόστολο Πέτρο, τον μαθητή του Χριστού που τον αρνήθηκε τρις. Αν ρωτήσεις έναν μεγαλοβιομήχανο αν είναι καπιταλιστής θα σου πει ότι είναι αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας που συμβάλλει στην οικονομία προσφέροντας δουλεία… συγγνώμη δουλειά σε εκατοντάδες εργαζόμενους. Πάντως καπιταλιστής δεν θα παραδεχθεί πως είναι. Αν πεις σε έναν εφοπλιστή ότι είναι καπιταλιστής θα σου πει ότι είναι πατριώτης που ταξιδεύει με τη σημαία της χώρας στα πέρατα της γης, και ότι οι εργαζόμενοι στα καράβια του είναι τίμιοι και καλοπληρωμένοι. Ο ίδιος, αντί του υποτιμητικού «καπιταλιστής» προτιμά να θεωρεί τον εαυτό του ως ιεραπόστολο του ελληνισμού, και ως τέτοιον απαιτεί (μέσω των ΜΜΕ που συνήθως κατέχει) να τον βλέπουν και όλοι οι άλλοι. Αν πεις σε έναν επιχειρηματία που απασχολεί καμιά 50αριά εργάτες ότι είναι καπιταλιστής θα σου πει ότι δεν βλέπει τον εαυτό του ως καπιταλιστή-αφεντικό, αφού τους εργαζόμενους στην επιχείρησή του τους νοιώθει περισσότερο ως συνεργάτες παρά ως εργάτες. Άλλωστε γι’ αυτό τους πρότεινε να μειώσουν τους μισθούς τους κατά 40%, αφού ο ίδιος δεν θέλει να απολύσει κανέναν.

 

Αν πεις σε κάποιον πολιτικό ότι είναι αστός και ότι το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να εξυπηρετήσει τα καπιταλιστικά συμφέροντα, θα αρνηθεί κι αυτός τον καπιταλισμό, όπως οι καλλιτέχνες που αρνούνται το αντιαισθητικό όνομά τους για να κάνουν καριέρα με ένα εύηχο ψευδώνυμο. Θα σου πει ότι δεν είναι καπιταλιστής, αλλά κάποια πράγματα πρέπει να γίνουν. Ίσως σου πει ότι δεν είναι ο καπιταλισμός το πρόβλημα, αλλά ο τρόπος που τον εφαρμόζουμε. Εκεί θα σου φέρει το παράδειγμα της Σουηδίας ή της Νορβηγίας, και θα σου μιλήσει για τον κακό ελληνικό καπιταλισμό, που κόβει τα φτερά της νεολαίας και ακρωτηριάζει την υγιή (λέμε και κανένα αστειάκι να περάσει η ώρα) επιχειρηματικότητα. Στην πιο φιλολαϊκή του εκδοχή θα σου πει ότι δεν φταίει αυτός που είναι καπιταλιστής, αλλά δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική, αφού ο κομμουνισμός καλά τα λέει στα λόγια αλλά δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Εκεί θα σου πετάξει και δυο-τρία παραδείγματα κακοδιαχείρισης δημόσιων οργανισμών, θα σου ταυτίσει τον Χ εργατοπατέρα με τον απλό εργάτη και μαζί με τη λογική θα πυροβολήσει την ψυχραιμία σου.

 

Επομένως έχουμε την τύχη να ζούμε σε ένα κοινωνικο-οικονομικό σύστημα το οποίο δεν ορίζεται ούτε από αυτούς που το ελέγχουν. Είναι τόσο περήφανοι γι’ αυτό ώστε να μην μπορούν να προφέρουν το όνομά του. Σε άλλες εποχές φρόντιζαν να το επαναβαφτίσουν, προσμένοντας την εξιλέωση στα μάτια των καταπιεσμένων. Το βάφτισαν «ελεύθερη οικονομία», «ανοιχτή κοινωνία» και διάφορα τέτοια ευφάνταστα, αρκεί να μην ακούγεται η λέξη καπιταλισμός.

 

Λογικό. Σε επίπεδο marketing δεν κάνει καλό να στέκεται δίπλα-δίπλα ο καπιταλισμός με τις κρίσεις, τους πολέμους, την αδικία, την φτώχεια και την εξαθλίωση που παράγει. Και είναι πολλά τα παραδείγματα αυτά. Δεν θα ακούσετε ποτέ να μιλά κανένας καπιταλιστής για κρίση του καπιταλισμού. Θα προτιμήσει το «κρίση χρέους» ή «κρίση υποκατανάλωσης». Δεν θα σας πει ποτέ κανείς τις λέξεις «ιμπεριαλιστικός πόλεμος». Αντίθετα θα μιλήσει για «Παγκόσμιο Πόλεμο», «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας», «Επιχειρήσεις για την υπεράσπιση της δημοκρατίας και της ελευθερίας» και άλλα τέτοια. Δεν θα ακούσετε ποτέ έναν καπιταλιστή να λέει την λέξη κοινωνική τάξη. Θα προτιμήσει να χωρίσει τον κόσμο σε γεωγραφικά διαμερίσματα, φυλετικές διαφορές, έθνη, κράτη, πληθυσμούς. Ποτέ όμως σε κοινωνικές τάξεις.

 

Μα αυτή η τάση του καπιταλισμού να αποκρύπτεται δεν έχει αφήσει ανεπηρέαστους και όσους πλήττονται από αυτόν. Σπάνια θα βρεις εργάτη να καταλαβαίνει ότι το καθημερινό του μαρτύριο οφείλεται στον καπιταλισμό. Θεωρεί την δουλεία ευλογία και θα χαρεί αν το αφεντικό του είναι καλό και τίμιο. Θα πιστέψει πως η κρίση δημιουργήθηκε από τους κακούς χειρισμούς της κυβέρνησης και από τους επίορκους κλέφτες. Θα βρει τον εχθρό στο ταλαιπωρημένο πρόσωπο του συναδέλφου του, του μετανάστη.

 

Όμως την δυνατότητα να εντοπίζει τον καπιταλισμό, να τον «ξεσκεπάζει» και να τον πολεμά, έχασε κι ένα μέρος της Αριστεράς. Αυτό που εξαφάνισε από τις θέσεις και τις τοποθετήσεις του τη λέξη καπιταλισμός, αντικαθιστώντας την ενίοτε με το πιο μοντέρνο «νεοφιλελευθερισμός» λες και ο παλιός φιλελευθερισμός ήταν κάτι καλό στο οποίο αν επιστρέφαμε θα λύναμε τα προβλήματά μας. Αυτό το κομμάτι της Αριστεράς το οποίο αν και θέλει να αυτοπροσδιορίζεται ως ριζοσπαστικό, φαίνεται ότι έχει μεγάλη ικανότητα στο να αφομοιώνει τις βασικές αρχές του καπιταλισμού. Μια από αυτές είναι και η τάση του να «μην υπάρχει».

 

Στο τέλος μένουν όσοι πολεμάνε τον καπιταλισμό, όσοι συγκρούονται μαζί του να φαίνονται γραφικοί ή παρωχημένοι. Σαν να κυνηγούν κάτι που δεν υπάρχει. Αφού κανείς δεν θέλει να μιλάει και να γράφει για τον καπιταλισμό, αφού ο ίδιος ο καπιταλισμός μας λέει ότι δεν υπάρχει, γιατί να ασχολούμαστε μαζί του; Ας παίξουμε στο παιχνίδι του. Ας υποκριθούμε κι εμείς για μια στιγμή ότι δεν υπάρχει. Ότι τώρα ζούμε απλά μια κρίση χρέους που θα λυθεί με ένα ευρωομόλογο και με την αντικατάσταση της Μέρκελ από κάποιον άλλον. Εντάξει ο Ολάντ μπορεί να μη μας έκατσε, αλλά καλοί ηγέτες υπάρχουν κι αλλού. Δεν θα ήταν πιο βολικό αντί να πολεμάμε τον καπιταλισμό να στριμωχτούμε για να χωρέσουμε όλοι μέσα του; Αφού έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει, και στο ανύπαρκτο υπάρχει άπειρος χώρος για όλους μας.

 

Αν στον παραπάνω στίχο του Μπωντλαίρ αντικαταστήσουμε την λέξη διάβολος με την λέξη καπιταλισμός, θα δούμε μια μεγάλη αλήθεια. Ο καπιταλισμός μπορεί να εξαφανίζεται, μπορεί να κρύβεται, μπορεί να αρνείται τον εαυτό του, μπορεί να μετονομάζεται όμως είναι πάντα εδώ. Το να μην τον βλέπουμε είναι πρόβλημα, το να κάνουμε ότι δεν τον βλέπουμε είναι έγκλημα….